Ο μονόλογος με τον οποίο κλείνει το βιβλίο
και η θεατρική παράσταση από ομάδα απεξάρτησης
στη biblionet
Παρουσίαση της Άννας Κρεμέτη
Βιογραφικά στοιχεία
Ο Δημήτρης Δημητριάδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1944.
Με υποτροφία του κράτους του Βελγίου, το 1963 σπούδασε στις Βρυξέλλες θέατρο
και κινηματογράφο. Το 1968 ανέβασε την πρώτη του θεατρική παράσταση στο Παρίσι
με τίτλο «Η τιμή της ανταρσίας στη μαύρη αγορά». Αργότερα, επέστρεψε στη
Θεσσαλονίκη και ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη μετάφραση. Στη λογοτεχνία
εμφανίστηκε το 1978 με το Πεθαίνω σαν
χώρα που τον καταξίωσε στον χώρο.
Το βιβλίο
Το σύντομο πεζογράφημα
του Δημητριάδη, σε μία πρώτη ανάγνωση, θα χαρακτηρίζονταν δυσνόητο και δύσκολο.
Όταν όμως κατάφερα να το κατανοήσω, μέσα από μια δεύτερη ανάγνωση, κατέληξα να
το χαρακτηρίζω ενδιαφέρον, εύστοχο, διαχρονικό και ιδιαίτερα επίκαιρο, αν λάβει
κανείς υπόψη τα όσα συμβαίνουν τριγύρω.
Στο βιβλίο
περιγράφεται η κατάσταση μιας χώρα (δεν διευκρινίζεται ποια, εγώ το
αντιλαμβάνομαι σαν κάτι ευρύτερο που δεν περιορίζεται σε κρατικά σύνορα)
πεθαίνει, παύει να υπάρχει. Η αφήγηση ξεκινά με την περιγραφή ενός πολέμου που
έχει ξεσπάσει και αναφέρεται σταδιακά η πτώση όλων των μετώπων που έλαβαν
μέρος. Σημαντικό είναι και ένα ακόμη στοιχείο που αναφέρει ο Δημητριάδης, αυτό
του Μεσαίωνα της μήτρας. Στη χώρα αυτή οι γυναίκες δεν μπορούσαν να κάνουν
παιδί, ήταν όλες στείρες. Έτσι «συμπληρώθηκε γενιά χωρίς καμία γενιά να έρθει
στον κόσμο».
Σε όλο το κείμενο, που αποτελεί μια εκτενή μεταφορά με
ελάχιστα σημεία στίξης, περιγράφονται σκηνές πολέμου, σκηνές βίαιες καθώς και
αντιδράσεις στρατιωτών και άμαχου πληθυσμού απέναντι στην παρακμή που
κατακλύζει κάθε επίπεδο, κοινωνικό και προσωπικό. Σε όλο αυτό το φόντο,
θίγονται ζητήματα όπως ο χωρισμός των δύο φύλων, η ομοφυλοφιλία, η στειρότητα,
η άσκοπη φυγή, ο πόλεμος, οι εχθροί, η ερωτική ανατροπή, η ήττα και η κατοχή,
όπως αναφέρει και ο Μαρωνίτης στον πρόλογο που κλήθηκε να κάνει. Σημαντικό
είναι και ένα ακόμη στοιχείο που διαφαίνεται στο έργο του Δημητριάδη: το
αδιέξοδο της χώρας του δεν οφείλεται σε οικονομικά προβλήματα ή σε λόγους κακής
διοίκησης όπως θα περίμενε κανείς. Το αδιέξοδο εντοπίζεται στις ίδιες τις ψυχές
των ατόμων «…αν κάποιος μπορούσε να τους
δει αμέτοχος στο πάθος τους, θα ’λεγε πως το αδιέξοδο της χώρας ήταν στις ψυχές
των κατοίκων της ή πως η ψυχή όλων των κατοίκων δεν ήταν παρά το δικό της αδιέξοδο».
Όπως το αντιλαμβάνομαι εγώ, η παρακμή της χώρας, που ήταν έντονη και βαθειά,
εσωτερικεύεται από τους κατοίκους της και, εν τέλει, οδηγεί και τους ίδιους
στην παρακμή. Η χώρα εξαιτίας όλης αυτής της κατάστασης τελικά πεθαίνει, και το
ίδιο συμβαίνει και με τους κατοίκους της, πεθαίνουν σαν χώρα.
Έπειτα από όλες
αυτές τις περιγραφές, παρατίθεται ακόμη μια ιστορική αφήγηση, σύμφωνα με την
οποία μετά τον θάνατο της χώρας καταχωρήθηκαν στην ιστορία οι «Μαρτυρίες από τα
χρόνια της Μεγάλης ήττας» με ντοκουμέντα και υλικό από τα χρόνια της κατοχής.
Το έργο τελειώνει
με έναν δραματικό μονόλογο μιας γυναίκας που περιγράφει όλα τα συναισθήματα και
τις σκέψεις που της προκάλεσαν όλες οι εμπειρίες της χώρας αυτής. Εκφράζει
έντονα το μίσος της για τη χώρα που έχει καταστρέψει κάθε πτυχή της
προσωπικότητας και της ζωής της.
«…Τι θα μείνει από αυτή χωρίς εμάς; Τι θα είναι αυτή όταν
δε θα ’χει μείνει τίποτα από μας;…Το σώμα της έχει πάρει το σχήμα μου… Το σώμα
μου έχει μια τις διαστάσεις της… Έχω μέσα μου τη μοίρα της… Πεθαίνω σαν χώρα…» .

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου