Το κιβώτιο
του Άρη Αλεξάνδρου
Aργυρώ Μαγιώνα
Ο Άρης Αλεξάνδρου δέχτηκε
χτυπήματα (κυριολεκτικά και μεταφορικά) από παντού, επειδή δεν δίστασε να
κρατήσει τη σκέψη του ελεύθερη και να μην την υποτάξει σε κανένα καλούπι.
Γεννήθηκε το 1922 στο Λένινγκραντ και το 1928 ήρθε στη Θεσσαλονίκη με τους
γονείς του, από όπου μετακόμισε σύντομα (το 1930) στην Αθήνα. Το 1941, με την
είσοδο των Γερμανών στην Ελλάδα, προσχωρεί στην κομμουνιστική νεολαία για
λιγότερο από ένα χρόνο, οπότε και παραιτείται. Έχοντας ωστόσο στιγματιστεί, το
1943 στελνεται στην Ελ Ντάμπα απ' όπου απολύεται τον Απρίλη του ’45. Μόλις τρία
χρόνια αργότερα, το 1948, συλλαμβάνεται κι εξορίζεται διαδοχικά στο Μούδρο, στη
Μακρόνησο και στον Άγιο Ευστράτιο, απ' όπου απολύεται το 1951. Η περιπέτεια του
ωστόσο δεν έχει ακόμη τελειώσει, καθώς αμέσως μετά, το 1952 παραπέμπεται σε
δίκη ως ανυπότακτος και καταδικάζεται σε φυλάκιση ως και το 1958. Όταν έγινε το
'67 η δικτατορία, ο Άρης Αλεξάνδρου έχοντας περάσει πάνω από δέκα χρόνια
διωκόμενος και φυλακισμένος σπεύδει να αποδράσει στο Παρίσι με τη γυναίκα του,
Καίτη Δρόσου. Eκεί άφησε
και την τελευταία του πνοή στα 56 μόλις χρόνια ζωής, από αλλεπάλληλα
εμφράγματα. Δεν μπορώ να πω με σιγουριά ότι τα χρόνια δίωξης του έκαμψαν το
ηθικό του, πάντως σίγουρα κατέστρεψαν ανεπανόρθωτα την υγεία του.
Το κιβώτιο, θα ’λεγε κανείς,
είναι το έργο της ζωής του. Ξεκίνησε να το γράφει το 1966 στην Αθήνα και το
ολοκλήρωσε στο Παρίσι το 1972. Σε μία προσπάθεια να το χαρακτηρίσω με λίγα
λόγια, θα το ορίσω ως έναν εσωτερικό μονόλογο ενός πολιτευόμενου αλλά όχι
κομματοποιημένου ανθρώπου που συνειδητοποιεί, με μία απόλυτη διαύγεια, τη
χειραγώγηση του.
Πλοκή
Βρισκόμαστε σε ένα κελί, εν
έτει 1949. Ο ήρωας, που είναι φυλακισμένος, γράφει την απολογία του με μορφή
επιστολών. Ο αποδέκτης των επιστολών; ένας απρόσωπος διοικητής. Αιτία της
φυλάκισής του; δεν γνωρίζουμε. Φαινομενικά, ούτε και ο ίδιος τη γνωρίζει. Έτσι,
αρχίζει να απολογείται στα τυφλά, μη γνωρίζοντας σε ποιον και γιατί. Οι πρώτες
σελίδες ουσιαστικά αποτελούν μια αναφορά για την έκβαση μιας αποστολής,σε
περίοδο εμφυλίου πολέμου, στην οποία συμμετείχε και ο ήρωας, για τη μεταφορά
του κιβωτίου Χ στην πόλη Ν. Κανείς δεν γνωρίζει τι περιέχει το κιβώτιο ή γιατί
είναι τόσο σημαντική η μεταφορά του. Αλλά εικάζεται από όλους ότι για να δίνεται
τόση προσοχή από τους ανωτέρους, ίσως το περιεχόμενο του κιβωτίου να μπορούσε
να κρινεί ακόμη και την έκβαση του πολέμου. Με αυτό το βαρύ φορτίο είχαν
ξεκινήσει 44 άνδρες την πορεία της αυτοκτονίας τους.
Μέχρι το τέλος της
στριφογυριστής αυτής και απολύτως παράλογα σχεδιασμένης πορείας τα 43 από τα 44
μέλη της συνοδευτικής ομάδας είχαν σκοτωθεί, εκτελεστεί ή «κυανιστεί».
Μοναδικός επιζών ο αφηγητής. Ο οποίος, μόλις φτάνει στην πόλη Ν. Προκειμένου να
παραδώσει το περίφημο κιβώτιο, συλλαμβάνεται.
Μετά τη σύλληψή του αρχίζει ο
πρώτος κύκλος των απολογιών-καταθέσεων που ακολουθούν. Μετά την πρώτη αυτή
τυπική, εντελώς γραφειοκρατική καταγραφή της επιχείρησης για τη μεταφορά του
βιβλίου, ο φυλακισμένος περιμένει μια απάντηση. Μια αντίδραση. Κι όμως, ούτε
που του δίνουν σημασία, πέρα από τη καθημερινή διανομή γραφικής ύλης.
Συμπεραίνει λοιπόν ο κρατούμενος ότι μάλλον πρέπει να συνεχίσει να γράφει. Και
ξαναπεριγράφει τη πορεία, κάθε φορά υπό διαφορετικό πρίσμα. Δίνει περισσότερες
λεπτομέρειες, αλλάζει σε κάποια σημεία την προηγούμενη κατάθεση του, αρχίζει να
δίνει κάποια προσωπικά στοιχεία για τα άτομα που συμμετείχαν. Αρχίζει να
παρακαλάει για κάποια επικοινωνία. Έστω κι ανάκριση.
Ξεκινά έτσι και ένα τελευταίο
κύκλο απολογίας, όπου πλέον ο αφηγητής γράφει απευθυνόμενος κυρίως στον εαυτό
του, σε μια συνειρμική γραφή που σχηματίζει έναν εσωτερικό μονόλογο. Αναιρείται
στο σύνολο σχεδόν η πρώτη του κατάθεση, καθώς αποδεικνύεται ότι γνωρίζει ποιος
τον έχει αιχμαλωτίσει και εικάζει με μεγάλη διορατικότητα και το γιατί.
Αποδεικνύεται μάλιστα, εν τέλει, ότι γνώριζε από την αρχή ποιος ήταν ο σκοπός
της μεταφοράς του κιβωτίου.
Ομολογώ ότι ξεκινώντας να
διαβάζω το κιβώτιο δεν ενθουσιάστηκα. Ήταν η πρώτη στεγνή, γραφειοκρατική
κατάθεση που σχεδόν με έδιωχνε. Στο τέλος όμως κατάλαβα ότι ήταν ένα απίστευτα
έξυπνο τέχνασμα του Αλεξάνδρου να χειριστεί τη ψυχική διάθεση του αναγνώστη,
και να την κατευθύνει έτσι, ώστε να έχει και ο ίδιος ένα αίσθημα κόπωσης και
παραίτησης στο τέλος του βιβλίου. Ουσιαστικά, μου υπαγόρευε το πώς και το πότε
θα διαβάσω το βιβλίο του. Ένα τρανταχτό παράδειγμα αυτής της χειραγώγησης
αποτελούν οι τελευταίες σελίδες (σσ. 313-358), όπου η αφήγηση μετατράπηκε σε
μια εξομολογητική, απελπισμένη ανάσα. Ούτε μία τελεία σε τόσες σελίδες.
Υπερβολικό; ίσως. Και λίγο κουραστικό θα ’λεγα. Αλλά αν θέλεις κάτι ξεκούραστο
και ξέγνοιαστο, καλύτερα να μην διαβάσεις το έργο του Άρη Αλεξάνδρου. Μέσω
αυτής της υπερβολής μπόρεσα να αντιληφθώ (σε έναν ελάχιστο βαθμό βέβαια) τη
θέση ενός στρατευμένου ανθρώπου σε έναν εμφύλιο πόλεμο. Την απόγνωσή του, την
επιφανειακή αυτονομία του (=απόλυτος έλεγχός του) και την αποξένωσή του από
τους συνανθρώπους του. Συνειδητοποίησα γι άλλη μια φορά ότι η απόλυτη θεωρία
του άσπρου-μαύρου, καλού-κακού δεν υπάρχει, απλούστατα επειδή τίποτε δεν είναι
απόλυτο. Αυτήν την υποκειμενική θεώρηση, που προτιμώ να τη σκέφτομαι και ως
βιογραφική μαρτυρία ενός αεί διωκόμενου ανθρώπου, εκτίμησα στο συγκεκριμένο
βιβλίο.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου